Πώς μιλούν τα σώματα

Άννα Χριστοδουλάκη

 “Μέρα και νύχτα το σώμα παρεμβαίνει. Αμβλύνει ή οξύνει, χρωματίζει ή αποχρωματίζει.”

 Virginia Woolf1

 

 Το ερώτημα προφανώς δεν παραπέμπει σε κάποια «γλώσσα του σώματος», της οποίας τα σημεία θα οφείλαμε να αποκωδικοποιήσουμε, αλλά μάλλον επιχειρεί να ανοίξει το αίνιγμα του ομιλούντος σώματος. Ενός σώματος δηλαδή σημαδεμένου από τη γλώσσα και συνδεδεμένου με την επιθυμία και την απόλαυση.

Παρόλο που η ασθένεια, αν επιλέξουμε να τη βάλουμε σε πρώτο πλάνο, αποτελεί μία από τις πιο συνηθισμένες και συγκλονιστικές εμπειρίες, η λογοτεχνία, όπως παρατηρεί η Virginia Woolf, την έχει σχεδόν αγνοήσει. Έχει γράψει αμέτρητα έργα για τον έρωτα, τη ζήλια και τον πόλεμο, ελάχιστα όμως για τον πυρετό, τον πόνο, την εξάντληση ή την αϋπνία. Εξίσου ανεπαρκής για εκείνην άλλωστε αποδεικνύεται και η ίδια η γλώσσα, η οποία διαθέτει άπειρες λέξεις για τον έρωτα, αλλά σχεδόν καμία για να αποδώσει με ακρίβεια έναν πονοκέφαλο ή ένα ρίγος. Όταν ο πάσχων επιχειρεί να μιλήσει για τον πόνο του, γράφει η Woolf, «η γλώσσα στερεύει. Αναγκάζεται να πάρει τον πόνο στο ένα χέρι και έναν άμορφο ήχο στο άλλο και να τα συνθλίψει μεταξύ τους, ώσπου να προκύψει μια καινούργια λέξη.»1

Έτσι, το σώμα κάνει αισθητή την παρουσία του, ενώ η γλώσσα φαίνεται να μην κατορθώνει πάντοτε να αρθρώσει αυτό που του συμβαίνει. Τι σημαίνει αυτό για την κλινική;

Στην κλινική το σώμα εμφανίζεται με πολλούς τρόπους. Μπορεί να πονά, να εξαντλείται, να ακινητοποιείται, να αρνείται την τροφή (ή να την αναζητεί αδιάκοπα). Μπορεί ακόμη να τραυματίζεται, να μεταμορφώνεται, να εκτίθεται, ή και να γίνεται αντικείμενο επίμονου ελέγχου. Τι σημαίνει μια τέτοια σωματική εκδήλωση και σε ποιον απευθύνεται; Μπορεί κάθε φορά να αποκτήσει νόημα ή υπάρχει στο σώμα κάτι που δεν εξαντλείται στην ερμηνεία;

Το ότι το σώμα «μιλά» σίγουρα δεν σημαίνει ότι κάθε σωματικό φαινόμενο αποτελεί ένα κρυπτογραφημένο μήνυμα, ούτε φυσικά ότι η οργανική του διάσταση μπορεί να αγνοηθεί. Σημαίνει ότι, πέρα από τη βιολογική λειτουργία, τίθεται κάθε φορά το ερώτημα της θέσης που καταλαμβάνει το σώμα για ένα υποκείμενο και, κατ’ επέκταση, της σχέσης που έχει μαζί του. Το σώμα που εξετάζει η ιατρική και το σώμα που υποφέρει, απολαμβάνει ή αγαπά δεν συμπίπτουν πλήρως.

Άλλωστε, το να έχουμε ένα σώμα είναι αυτονόητο. Αλλά και δεν είναι, εφόσον ανάμεσα στον οργανισμό με τον οποίο ερχόμαστε στον κόσμο και στο σώμα που αναγνωρίζουμε ως δικό μας μεσολαβεί μια διαδικασία οικειοποίησης.

«Το σώμα θα έπρεπε να μας εκπλήσσει περισσότερο2» λέει ο Λακάν στο Encore και λίγο αργότερα επιμένει στο ότι «πρέπει να το πούμε έτσι: έχει ένα σώμα, και όχι: είναι ένα σώμα.3»

Προτού ακόμη μπορέσει να μιλήσει, ένα παιδί έχει ήδη πολλά. Ένα όνομα, μια θέση, ένα σώμα που γίνεται αντικείμενο φροντίδας, αλλά και προσδοκιών. Πώς γίνεται τελικά αυτό το σώμα δικό του; Γίνεται ποτέ ολοκληρωτικά δικό του ή πάντα κάτι θα διαφεύγει; Γιατί στην πραγματικότητα, η ίδια η κλινική αποδεικνύει ότι κάτι από το σώμα φαίνεται να παραμένει πάντοτε ξένο. Ένα κάτι που μπορεί να εμφανιστεί στον πόνο, στην αμηχανία απέναντι στην εικόνα ή στην εμπειρία ενός σώματος που δεν υπακούει.

Έτσι κι αλλιώς, η σχέση μας με το σώμα δεν είναι δεδομένη μία για πάντα. Κατασκευάζεται, διαταράσσεται, κάποτε ανασυγκροτείται. Ο Φρόιντ, ερχόμενος μπροστά σε αυτό το μη αυτονόητο, οδηγήθηκε στο να προσδιορίσει το σώμα ως τόπο ψυχικής σύγκρουσης. Τι ήταν εκείνο που του έδειχναν οι ασθενείς του; Ένα σώμα που δεν υπάκουε πάντοτε στην ανατομία. Ένα σώμα του οποίου ο πόνος, η παράλυση, ο βήχας ή η αφωνία, όπως διαπίστωνε, ακολουθούσαν ιδιόμορφες διαδρομές. Εκείνες των αναπαραστάσεων και της ασυνείδητης σύγκρουσης.

Όταν ο ίδιος γράφει ότι «το Εγώ είναι πρωτίστως ένα σωματικό Εγώ»4, δείχνει ότι το Εγώ δεν μπορεί να νοηθεί έξω από τις σωματικές αισθήσεις. Οπότε, τι είδους ικανοποίηση αναζητεί η ενόρμηση, εφόσον σαφώς δεν περιορίζεται στην ικανοποίηση μιας ανάγκης;

Στο σεμινάριο Encore ο Λακάν λέει «Μιλώ με το σώμα μου, και αυτό χωρίς να το γνωρίζω. Λέω λοιπόν πάντοτε περισσότερα απ’ όσα γνωρίζω». Προσθέτει ακόμη ότι «Δεν γνωρίζουμε τι σημαίνει να είναι κανείς ζωντανός παρά μόνο τούτο: ότι ένα σώμα απολαμβάνει τον εαυτό του»2. Δεν πρόκειται δηλαδή μόνο για ένα υποκείμενο που χρησιμοποιεί το σώμα του για να εκφραστεί. Και το ίδιο το σώμα λέει κάτι, χωρίς το υποκείμενο να γνωρίζει ακριβώς τι λέγεται ούτε ποια απόλαυση βρίσκεται εκεί.

Πώς συγκροτείται όμως αυτό το σώμα που μιλά και απολαμβάνει; Η εικόνα κατά τον Λακάν τού δίνει μια πρώτη ενότητα, ενώ η γλώσσα το ονοματίζει. Μπορούν όμως η εικόνα και η γλώσσα να το απορροφήσουν ολόκληρο; Τι απομένει έξω από όσα μπορούν να ονομαστούν ή να ερμηνευθούν;

Το σύμπτωμα για τον Λακάν μπορεί μεν να φέρει ένα νόημα προς αποκρυπτογράφηση, αλλά συγχρόνως αποτελεί και έναν ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο το υποκείμενο μεταχειρίζεται την απόλαυση. Δεν είναι δηλαδή μόνο ένδειξη μιας διαταραχής, αλλά ενδέχεται να λειτουργεί και ως μια ιδιόμορφη λύση. Μπορεί για παράδειγμα, να καθιστά δυνατή μια σχέση με τον Άλλο.

Ως εκ τούτου, αναπόφευκτα επιβάλλεται κάθε φορά η διερεύνηση της σχέσης ανάμεσα στο σώμα, το σύμπτωμα και τη δομή. Άλλωστε πρόκειται για μια σχέση η οποία δεν διαμορφώνεται με τον ίδιο τρόπο για όλους, ούτε παραμένει αμετάβλητη στη διάρκεια της ζωής, και επιπλέον σίγουρα δεν έχουν όλα τα σωματικά συμπτώματα την ίδια λογική. Τι συμβαίνει με το σώμα στην υστερική μετατροπή; Τι εγγράφεται στο σώμα στο ψυχοσωματικό φαινόμενο; Πώς βιώνεται η σωματική ενότητα στην ψύχωση;

Και πριν από όλα αυτά… Πώς συγκροτεί ένα παιδί το σώμα του μέσα από την εικόνα και την επιθυμία του Άλλου; Και τι συμβαίνει όταν στην εφηβεία, στο πλαίσιο της συνάντησης με το πραγματικό του φύλου, το σώμα μεταμορφώνεται και η προηγούμενη εικόνα του δεν επαρκεί πλέον;

Δεν μιλούν λοιπόν όλα τα σώματα με τον ίδιο τρόπο.

Αναγνωρίζει όμως αυτή τη διαφορά ο σύγχρονος κυρίαρχος λόγος;

«Κανείς δεν έχει ακόμη προσδιορίσει τι μπορεί ένα σώμα», γράφει ο Σπινόζα5. Ο σύγχρονος λόγος, ωστόσο, μοιάζει να γνωρίζει όχι μόνο τι μπορεί ένα σώμα, αλλά και τι πρέπει να μπορεί.

Τα σώματα φαίνεται να παρουσιάζονται ως αντικείμενα που μπορούν να μετρηθούν και να διορθωθούν. Καλούνται να παραμείνουν νέα, υγιή και διαθέσιμα. Η επιστήμη και η τεχνολογία διευρύνουν τις δυνατότητες παρέμβασης πάνω τους, ενώ η αγορά διατείνεται ότι έχει μια λύση για κάθε ατέλεια. Τι θέση απομένει όμως τότε για ένα σώμα που αποτυγχάνει να ανταποκριθεί; Για το σώμα που νοσεί, που γερνά, που δεν αναπαράγεται ή που παράγει ένα σύμπτωμα εκεί όπου όλα θα έπρεπε να λειτουργούν;

Λέμε λοιπόν ότι έχουμε ένα σώμα και όχι ότι είμαστε απλώς αυτό το σώμα. Αλλά τι συμβαίνει όταν η σχέση μαζί του γκρεμίζεται, όταν το σώμα εμφανίζεται ξένο, ή ανεξέλεγκτο;

«Η Ιστορία είναι ακριβώς φτιαγμένη για να μας δίνει την ιδέα ότι έχει ένα κάποιο νόημα», λέει ο Λακάν και συνεχίζει: «Αντίθετα, το πρώτο από τα πράγματα που έχουμε να κάνουμε είναι να ξεκινάμε από το εξής, ότι έχουμε εδώ μπροστά μας μια ρήση, που είναι η ρήση ενός άλλου, ο οποίος μας αφηγείται τις κουταμάρες του, τις αμηχανίες του, τα κωλύματά του, τις συγκινήσεις του, και το θέμα εδώ είναι να διαβάσουμε τι; τίποτα άλλο παρά τις επιπτώσεις των ρήσεων του. Οι επιπτώσεις αυτές βλέπουμε με τι τρόπο αναστατώνουν, αναταράζουν, ταλαιπωρούν τα ομιλούντα όντα. Φυσικά, για να καταλήξουν κάπου, πρέπει να χρησιμεύουν σε κάτι, να χρησιμεύουν, μα τον Θεό, στο να τα βρούνε, στο να βολευτούνε, στο να καταφέρουν παρ’ όλα αυτά, κουτσά στραβά, να δώσουν μια μικρή σκιά ζωής στο λεγόμενο αίσθημα της αγάπης.

Πρέπει, πρέπει και παρα πρέπει να κρατήσει ακόμη. Πρέπει, τη διαμεσολάβηση αυτού του αισθήματος, να καταλήξει το πράγμα εντέλει – όπως πολύ καλά το είδαν κάποιοι άνθρωποι που πήραν τις προφυλάξεις τους απ’ όλα αυτά, κάτω από το προκάλυμμα της Εκκλησίας – στην αναπαραγωγή των σωμάτων.

Δεν θα ήταν άραγε δυνατόν να έχει η γλώσσα άλλες επιπτώσεις πέρα από το να σέρνει τους ανθρώπους από τη μύτη για ν’ αναπαράγονται ακόμη, ακόμη, ακόρμη, κορμί με κορμί, και με κορμί ενσαρκωμένο;2»

Ο ψυχαναλυτικός λόγος προφανώς δεν επιχειρεί να αντιπαρατεθεί στην επιστημονική γνώση ούτε φυσικά αγνοεί το πραγματικό του οργανισμού. Επίσης, σίγουρα δεν επιχειρεί να απαντήσει σε όλα αυτά τα ερωτήματα μέσα από ένα γενικό λεξικό.

Εντούτοις, υπενθυμίζει ότι κανένα βιολογικό δεδομένο, καμία απεικόνιση και καμία κατηγοριοποίηση δεν μπορεί να περιορίσει και σίγουρα δεν εξαντλεί τη σχέση ενός υποκειμένου με το σώμα του.

Ο πληθυντικός του τίτλου επομένως δεν είναι τυχαίος. Δεν υπάρχει ένας τρόπος με τον οποίο μιλά το σώμα ούτε μία σημασία που θα μπορούσε να αποδοθεί στα συμπτώματά του. Υπάρχει κάθε φορά ένα σώμα σημαδεμένο από μια ιδιαίτερη ιστορία και ένας ιδιαίτερος τρόπος να ζει με τα αποτελέσματα της γλώσσας και της απόλαυσης.

«Ο άνθρωπος -αυτό που ο όρος υποδηλώνει, τον φορέα που δημιουργεί σημασίες- ουδέποτε κλονίστηκε από την ανακάλυψη ότι η γη δεν είναι στο κέντρο, την αντικατέστησε πανεύκολα με τον ήλιο. Εκείνο που παραμένει στο κέντρο είναι η παλιά καλή ρουτίνα χάρη στην οποία το σημαινόμενο κρατάει τελικά το ίδιο πάντα νόημα2.»

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 

  1. Virginia Woolf, Πώς είναι να είσαι άρρωστος, μτφρ. Άννυ Σπυράκου, Αθήνα: Κοινός Τόπος, σειρά «Συνάψεις», 2008.
  2. Jacques Lacan, Το Σεμινάριο, Βιβλίο XX: Ακόμη (1972–1973), μτφρ. Βλάσης Σκολίδης, Αθήνα: Ψυχογιός, 2011.
  3. Jacques Lacan, « Joyce le Symptôme », στο Autres écrits, Paris : Seuil, 2001, σ. 565–570.
  4. Sigmund Freud, Το Εγώ και το Αυτό, μτφρ. Δανάη Παναγιωτοπούλου, Αθήνα: Πλέθρον, 2008.
  5. Baruch Spinoza, Ηθική, μτφρ. Ευάγγελος Βανταράκης, Αθήνα: Εκκρεμές, 2009.

 

Πρόγραμμα Κλινικών Εκπαιδεύσεων και Αναλυτικό Πρόγραμμα 2026-2027

 

 

Graphic designer: Maria Grillaki

Ημερομηνία

17 Οκτ 2026

Ώρα

18:00 - 19:15

Τοπική ώρα

  • Timezone: America/New_York
  • Date: 17 Οκτ 2026
  • Time: 11:00 - 12:15
Κατηγορία

Εισηγητής

QR Code