Περί του ομιλούντος σώματος
Στέλιος Μωριάτης
Αν το ανθρώπινο σώμα βρίσκεται στο επίκεντρο της ιατρικής επιστήμης, μελετώντας τη δομή, τη λειτουργία και τις ασθένειές του με σκοπό τη θεραπεία του, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι η φιλοσοφία εξερευνά τα πάθη που το βασανίζουν. Όσον αφορά την ψυχανάλυση το σώμα δεν αποτελεί απλώς ένα βιολογικό αντικείμενο. Δεδομένου ότι είναι βαθιά συνδεδεμένο με την ψυχική ζωή και τις ενορμήσεις, κάνει την είσοδό του στην ζωή του υποκειμένου, μέσα από συμπωματικές εκδηλώσεις, που τις διαπερνάει τόσο ο πόνος όσο και η ηδονή, λειτουργώντας ως ζωντανό γεφύρωμα μεταξύ του ασυνείδητου και του εξωτερικού κόσμου.
Η φετινή θεματική θέτει ευθύς εξ αρχής το ερώτημα : Τι είναι ένα «σώμα που μιλάει»; Το χαρακτηριστικό γνώρισμα του ανθρώπου! Ο όρος «ομιλούν» δεν είναι απλά ένα επίθετο το οποίο θα συμπλήρωνε ένα προκαθορισμένο ουσιαστικό, το σώμα, προσθέτοντάς του, τη δομή της γλώσσας η οποία ούτως ή άλλως προηγείται από αυτό, προσδιορίζοντας το ως σώμα και ως ον που μιλά. Στην προκειμένη περίπτωση η γλώσσα του σώματος δεν διδάσκεται αλλά μεταδίδεται μέσω μιας εμπειρίας απόλαυσης που αφορά το σώμα. Στην έκφραση «το σώμα που μιλά», το «που μιλά» είναι μετοχή ενεστώτα, η οποία υποδηλώνει την ικανότητά του να μιλάει. Από αυτή την άποψη έρχεται σε αντίθεση με την συνήθη παραχάραξη του όρου απο την ψυχολογία η οποία θεωρεί ότι ο λόγος είναι μια γνωστική λειτουργία του σώματος, ένα επίκτητο χαρακτηριστικό, παρότι στηρίζεται εγγενώς σε μια βαθιά δομή του οργανισμού. Ούτε όμως η ομιλία ούτε η γλώσσα μπορούν να αναχθούν σε γνωστικές λειτουργίες, διότι, ως οργανικές λειτουργίες, εξαρτώνται εκ των προτέρων από τη σχέση του υποκειμένου με το σημαίνον στην ενεργητική μετοχή. Ως εκ τούτου δεν καλούμαστε να αποδώσουμε σε ένα ήδη υπάρχον ον την ιδιότητα του, να μιλά. Αυτό το ον είναι ον μόνο στο βαθμό που μιλά, όπως δηλώνει ο Λακάν. Ας σημειώσουμε επίσης ότι, στη σχέση του με το ασυνείδητο, αυτό το ον καταφέρνει να έχει σώμα μόνο στο βαθμό που εκφράζεται μέσα από τον Άλλον. Αν η σκέψη και το σώμα είναι άρρηκτα συνδεδεμένα, η ερμηνεία και η απελευθέρωση από την ασθένεια των ψυχοσωματικών συμπτωμάτων δεν μπορεί να περιοριστεί απλά και μόνο στην επίτευξη της ψυχικής ισορροπίας μέσα από κάποιους καθημερινούς υγειονομικούς κανόνες.
Ως συνήθως η συνεχής διατήρηση της υγείας μπορεί να συγκριθεί με την επίτευξη μιας αυθεντικής ελευθερίας, εφόσον με τον τρόπο αυτό εξαλείφονται οι παράγοντες που προκαλούν πόνο. Και τούτο, χωρίς να θεωρείται αυτοσκοπός, υποδηλώνει μία απαραίτητη προϋπόθεση για την ικανοποιητική απάντηση του υποκείμενου στις ασυνείδητες οχλήσεις της ομιλίας του σώματος. Το σώμα — ακόμα και όταν δεν το ακούμε, δονείται, ταλαντεύεται, συστέλλεται ή διανοίγει. Εκφράζει ό, τι οι λέξεις αποσιωπούν ή εκείνο που τους διαφεύγει. Ωστόσο, στις σύγχρονες κοινωνίες, ο ενσαρκωμένος λόγος συχνά παραγνωρίζεται, ως εάν η γλώσσα να είναι μόνο λεκτική, αφηρημένη, αποκομμένη από το σώμα. Έτσι η υπερβολική αξία που αποδίδεται στην σκέψη, οδηγεί στην παραγνώριση ότι το να εκφράζεται κανείς σημαίνει επίσης να αναπνέει, να κινείται, να αισθάνεται σωματικά.
Ο Λακάν αρχίζει το σεμινάριο RSI λέγοντας : «Αν μιλήσω φέτος, θα ξεκινήσω από το θέμα της ταυτότητας του εαυτού προς τον εαυτό του. Θα μπορούσαμε να θέσουμε το ερώτημα: Ισχύει ως εκ τούτου μια θεώρηση της ταυτότητας γλώσσας και σώματος; Το ερώτημα είναι αν αυτό ισχύει για τον αναλυτή. Μπορεί ο αναλυτής να θεωρηθεί ως ένα στοιχείο; Με άλλα λόγια, συμμετέχει σε αυτό το «μαζί»; Το να «κάνουμε μαζί» λέει στην συνέχεια του σεμιναρίου… «είναι κάτι που θα προσπαθήσω να σας εξηγήσω …δεν σημαίνει να δημιουργούμε συνδικάτο. Πρόκειται για δύο διαφορετικούς όρους. Το να κάνουμε μαζί μπορεί να σημαίνει: να μπορούμε να κάνουμε «σειρά». Και αυτό που με απασχολεί είναι: … Και αυτό που αναρωτιέμαι είναι: πού σταματά αυτή η σειρά; Με άλλα λόγια: μπορεί ένας αναλυτής … όπως αυτό που μόλις ανέφερα σχετικά με την βρισιά … να συμπεριφέρεται σαν ηλίθιος; Είναι πολύ σημαντικό αυτό το ερώτημα. Πώς κρίνεται αυτό που ονομάζω «ηλιθιότητα»;Σίγουρα έχει νόημα, ακόμη και στον αναλυτικό λόγο. Και αλλού φυσικά: σε κάθε λόγο κανείς δεν κάνει λάθος: είμαστε… είμαστε ηλίθιοι ή όχι …εννοώ σε σχέση με αυτό το λόγο, συγκεκριμένα με το λόγο του κυρίου, τον πανεπιστημιακό λόγο και τον επιστημονικό λόγο …δεν υπάρχει καμία αμφιβολία. Πώς ορίζεται η ηλιθιότητα στον αναλυτικό λόγο; Αυτό είναι ένα ερώτημα, ένα ερώτημα που έθεσα … Λοιπόν, θα έλεγα ήδη από το πρώτο έτος του σεμιναρίου μου …δηλώνοντας ότι η ανάλυση είναι βεβαίως ένα φάρμακο κατά της άγνοιας, αλλά ότι είναι άχρηστη απέναντι στην ηλιθιότητα. Προσοχή, μια στιγμή! Έχω ήδη πει ότι η ηλιθιότητα δεν είναι… Πώς να προσδιορίσουμε την ηλιθιότητα, πώς να την ξεχωρίσουμε μέσα από την μαλακία ;»1.
Η αναφορά στο εν λόγω απόσπασμα προκύπτει από την αναγκαιότητα να υπογραμμιστεί ο κίνδυνος που ενέχει η φετινή προβληματική, δεδομένου ότι υπάρχουν θέματα τα οποία η ανάλυση, ως αντικείμενο επεξεργασίας, δεν κατορθώνει πάντα να αρθρώσει. Και αυτό προκύπτει από την ίδια την έννοια του Φαντασιακού, καθώς η αφετηρία της είναι η αναφορά στο σώμα και στο γεγονός ότι η αναπαράστασή του, …δεν αποτελεί παρά την αντανάκλαση του οργανισμού του. Αυτή είναι η ελάχιστη υπόθεση που εμπλέκει το σώμα.
Και είναι ακριβώς αυτό που μας καθιστά επιφυλακτικούς : το ότι σε αυτή την έννοια του σώματος, πρέπει να συμπεριλάβουμε επίσης αυτό που αποτελεί τον ίδιο τον ορισμό του: ότι θα πρέπει να υποθέσουμε ότι το σώμα έχει συγκεκριμένες λειτουργίες που αφορούν τα όργανα, έτσι ώστε ένα αυτοκίνητο…ή ακόμα και ένας υπολογιστής, σύμφωνα με τις τελευταίες πληροφορίες …να είναι επίσης ένα σώμα. Δεν είναι αυτονόητο, για να το πούμε έτσι, ότι ένα σώμα είναι ζωντανό. Κατά συνέπεια είναι απαραίτητο να εξετάσουμε τι μπορεί να σημαίνει αυτό όσον αφορά την φετινή μας θεματική ως προς το ότι εμπλέκει περαιτέρω τις τρεις κατηγορίες — του Πραγματικού, το Συμβολικού και το Φαντασιακού;
Ακούγοντας ο αναλυτής τους ασθενείς, την αφήγησή τους για την ασθένεια, την ιστορία τους, σε συνδυασμό με τις αναπαραστάσεις και τις φαντασιώσεις τους – και, επομένως, με οτιδήποτε άπτεται του σώματος, όπως το αντιλαμβάνεται η ψυχανάλυση, δηλαδή ως προϊόν της ενσωμάτωσης του συμβολικού –και κατά συνέπεια, αφήνοντας χώρο στην υποκειμενικότητά τους, μόνο τότε μπορεί να συμβάλει στην ανάδυση της μοναδικής σχέσης του υποκειμένου με το σώμα του. Η έκφραση με λόγια, η αναζήτηση νοήματος, που επαν-ενεργοποιείται στη μεταβίβαση, συμβάλλει εκ νέου στην συγκρότηση του συμβολικού σώματος εκεί όπου η σάρκα αποκαλύπτεται στο υποκείμενο με τον πιο πραγματικό τρόπο. Μόνον έτσι οι ασθενείς μπορούν να ανακτήσουν την ψυχική ευθύνη και να επανακτήσουν το σώμα τους, χωρίς όμως να αποξενωθούν από τον ιατρικό Άλλον που αν και παρατηρεί το σώμα, έχει την τάση να παρακάμπτει το ζήτημα της επιθυμίας του υποκειμένου.
1 Σεμινάριο R.S.I., Συνεδρία 19 Νοεμβρίου 1974.
Ημερομηνίες: 31/10, 21/11, 19/12/2026 & 13/02, 13/03, 10/04, 15/05, 05/06/2027
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
- Sigmund Freud, Πέραν της αρχής της ηδονής, Αθήνα: Νίκας, 2011.
- Sigmund Freud, Το Εγώ και το Αυτό, Αθήνα: Πλέθρον, 2008.
- Sigmund Freud, Οι απαρχές της ψυχανάλυσης, Αθήνα: Ίνδικτος, 2025.
- Sigmund Freud & Josef Breuer, Μελέτες για την υστερία, Αθήνα: Πλέθρον, 2018.
- Sigmund Freud, Lettre à Groddeck du 5 juin 1917, Le ça et le moi, Paris : Gallimard, 1977.
- Sigmund Freud, Ο ποιητής και η φαντασίωση, Αθήνα: Πλέθρον, 2011.
- Sigmund Freud, Εισαγωγή στον ναρκισσισμό, Φετιχισμός, Το οικονομικό πρόβλημα του μαζοχισμού, Αθήνα: Νίκας.
- Sigmund Freud, Εισαγωγή στην ψυχανάλυση, Αθήνα: Νίκας.
- Sigmund Freud, Αναστολή, σύμπτωμα και άγχος, Αθήνα: Νίκας, 2017.
- Sigmund Freud, Ενορμήσεις και ορμικά πεπρωμένα, Αθήνα: Νίκας, 2017.
- Jacques Lacan, «Ανατροπή του υποκειμένου και διαλεκτική της επιθυμίας», στα Γραπτά, μτφρ. των μελών του Φόρουμ της Αθήνας, Paris: Seuil, coll. Champ Freudien, 1966, σ. 793–827.
- Jacques Lacan, Le Séminaire, Livre V : Les formations de l’inconscient (1957–1958), Paris : Seuil, 1998.
- Jacques Lacan, « À la mémoire d’Ernest Jones : Sur sa théorie du symbolisme » (1959), στο Écrits, Paris: Seuil, 1966, σ. 697–724.
- Jacques Lacan, Le Séminaire, Livre XIII : L’objet de la psychanalyse, Paris: Seuil, 2026, 2 février 1966.
- Jacques Lacan, « La psychanalyse. Raison d’un échec » (1967), στο Autres écrits, Paris: Seuil, 2001, σ. 343.
- Jacques Lacan, Le Séminaire, Livre XIX : …ou pire (1971–1972), Paris : Seuil, texte établi par J.-A. Miller, coll. Champ Freudien, 2011, σ. 82.
- Jacques Lacan, « Télévision » (1974), στο Autres écrits, Paris : Seuil, 2001, σ. 509–545.
- Jacques Lacan, Le Séminaire, Livre V : Les formations de l’inconscient (1957–1958), Paris : Seuil, coll. Champ Freudien, 1998, σ. 477.
- Jacques Lacan, « La direction de la cure et les principes de son pouvoir » (1958), στο Écrits, Paris: Seuil, coll. Champ Freudien, 1966, σ. 585–645.
- Jacques Lacan, Le Séminaire, Livre V : Les formations de l’inconscient (1957–1958), Paris: Seuil, 1998.
- Jacques Lacan, Le Séminaire, Livre VII : L’éthique de la psychanalyse (1959–1960), Paris : Seuil, texte établi par J.-A. Miller, coll. Champ Freudien, 1986.
- Jacques Lacan, Le Séminaire, Livre XXIII : Le sinthome, Paris : Seuil, 2005.
- Jacques Lacan, Το Σεμινάριο, Βιβλίο VIII: Η μεταβίβαση, Αθήνα: Εκκρεμές, 2020.
- Jacques Lacan, Το Σεμινάριο, Βιβλίο XX: Ακόμη, Αθήνα: Ψυχογιός, 2011.
- Christophe Dejours, Le corps entre biologie et médecine, Paris : Payot, 1986.
- Patrick Valas, Essai sur le corps dans la biologie la médecine la psychanalyse, 2014.
Graphic designer: Maria Grillaki
Εισηγητής
-
Στέλιος Μωριάτης
