ΤΟ ΒΑΡΟΣ ΤΟΥ ΤΙΠΟΤΑ: ΣΩΜΑ, ΕΠΙΘΥΜΙΑ & ΑΠΟΛΑΥΣΗ ΣΤΗΝ ΑΝΟΡΕΞΙΑ
Άννα Χριστοδουλάκη
«Αν όμως αναλογιζόμασταν πόσο μικρή είναι τελικά η
κούπα της ανθρώπινης απόλαυσης, πόσο γρήγορα
ξεχειλίζει από τα δάκρυα, πόσο εύκολα στραγγίζει ως την
τελευταία στάλα από την άσβεστη δίψα μας για το
Άπειρο, τότε δεν θα νιώθαμε καμία ενοχή που
δημιουργούμε ολόκληρο ζήτημα για μια κούπα τσάι1.»
Πώς γίνεται το τίποτα να αποκτά βάρος;
«Από τις απαρχές, το παιδί τρέφεται με λόγια όσο και με ψωμί, και από τα λόγια αφανίζεται. Όπως λέει το ευαγγέλιο, ο άνθρωπος δεν αφανίζεται μόνο από ό,τι μπαίνει στο στόμα του αλλά και από ό,τι βγαίνει2».
Προκειμένου να μπορέσουμε να διερευνήσουμε αυτό το τίποτα του τίτλου ως κάτι, καλούμαστε να έχουμε σε πρώτο πλάνο τη βασική διάκριση που κάνει ο Λακάν ανάμεσα στον οργανισμό που χρειάζεται τροφή και το σώμα που έχει προκύψει μέσα από τη σχέση με τη γλώσσα και με τον Άλλον.
Από τη στιγμή άλλωστε που η τροφή προσφέρεται, παύει να είναι μόνο αυτό που κατευνάζει την πείνα. Γίνεται απάντηση σε ένα αίτημα, απόδειξη φροντίδας, ή και σημάδι αγάπης.
Υπό αυτήν την έννοια, η τροφή δεν ικανοποιεί μόνο μια βιολογική ανάγκη, αλλά εντάσσεται σε μια σχέση αιτήματος και απάντησης. Ο Λακάν μας υπογραμμίζει άλλωστε ότι «όλες οι ανάγκες του ομιλούντος όντος είναι καλυμμένες από το γεγονός ότι ενέχονται σε μια άλλη ικανοποίηση – υπογραμμίστε αυτές τις τρεις λέξεις – ως προς την οποία μπορεί να υστερούν3.»
Δεν έχουμε δηλαδή κάθε φορά απλώς ένα σώμα που δεν τρώει. Έχουμε ένα υποκείμενο που κάνει κάτι με το να μην τρώει. Οπότε τι μπορεί να είναι αυτό κάθε φορά το οποίο αρνείται ένα υποκείμενο διαμέσου του αντικειμένου τροφή;
Στο τέταρτο σεμινάριο ο Λακάν λέει: «Θα παρατηρούσα ωστόσο πως η εμπειρία μάς δείχνει, και όχι αδικαιολόγητα, ότι η διεργασία της αντίστασης στην παντοδυναμία μέσα στη σχέση εξάρτησης, δεν γίνεται στο επίπεδο της πράξης και με τη μορφή του αρνητισμού, γίνεται στο επίπεδο του αντικειμένου, το οποίο μας εμφανίστηκε με σήμα το τίποτε. Στο επίπεδο του αντικειμένου που ως συμβολικό αναιρείται, είναι που το παιδί ακυρώνει την εξάρτησή του, και συγκεκριμένα τρεφόμενο με τίποτε. Και έτσι το παιδί αναστρέφει τη σχέση εξάρτησής του και καθίσταται, με τούτη τη μεθόδευση, αφέντης και κύριος της [μητρικής] παντοδυναμίας που λαχταρά να το κάνει να ζήσει, αυτό που εξαρτάται από εκείνη. Οπότε, εκείνη είναι πλέον που εξαρτάται από την επιθυμία του, εκείνη βρίσκεται στο έλεός του, στο έλεος των εκδηλώσεων της ιδιοτροπίας του, στο έλεος της δικής του παντοδυναμίας2.»
Αυτή η ανάγνωση φυσικά δεν εξηγεί κάθε περίπτωση ανορεξίας, ούτε επιτρέπει να αποδώσουμε την αιτία της σε μια συγκεκριμένη μητρική σχέση. Μας δίνει όμως τη δυνατότητα μιας σειράς ερωτημάτων για την μοναδική λειτουργία της άρνησης στην κάθε ξεχωριστή περίπτωση. Τη δυνατότητα εν γένει να εισάγουμε τον παράγοντα που αφορά στην σχέση ενός υποκειμένου με τον Άλλον.
Όταν ένας κλινικός συναντά το σύμπτωμα της ανορεξίας, αυτό με το οποίο έρχεται αντιμέτωπος σε πρώτο επίπεδο, είναι ένα σώμα. Ένα σώμα μάλιστα που έρχεται στο προσκήνιο με επιτακτικό τρόπο. Που ελέγχεται, που μετριέται, που εκτίθεται και που τελικά εξαντλείται. Η άρνηση της τροφής κάποια στιγμή γίνεται ορατή επάνω του, χωρίς όμως το νόημά της να είναι αυτονόητο.
Η πραγματική και ενίοτε επείγουσα διακινδύνευση του σώματος σε αυτές τις περιπτώσεις είναι αδιαμφισβήτητη. Η ίδια η κλινική πράξη όμως αναδεικνύει συγχρόνως και μια άλλη διάσταση. Τη στέρηση, τον έλεγχο και την μέτρηση ως πράξεις που μπορούν να επαναλαμβάνονται και να συνδέονται με μια απόλαυση την οποία το υποκείμενο φαίνεται να μην μπορεί να αποχωριστεί εύκολα. Οπότε το τίποτα μπορεί να στηρίζει μεν την επιθυμία, αλλά και την ίδια στιγμή να γίνεται τόπος μιας ιδιαίτερης απόλαυσης.
Πως μπορεί λοιπόν να τοποθετηθεί ένας κλινικός, λαμβάνοντας υπόψη το σώμα που κινδυνεύει, ώστε να παρέμβει, χωρίς να διαμορφώσει ένα ακόμα αίτημα προς το υποκείμενο; Πώς θα μπορέσει δηλαδή να ακούσει τη μοναδική λειτουργία που επιτελεί το σύμπτωμα για το υποκείμενο που έχει απέναντι του, χωρίς να απαντήσει στη λογική αυτής της ιδιαίτερης απόλαυσης.
«Η πρώτη αρετή της γνώσης», λέει ο Λακάν, «είναι να είσαι ικανός να αναμετρηθείς με αυτό που δεν είναι αυτονόητο»2.
Ημερομηνίες: 16/01, 27/02, 27/03, 24/04, 22/05/2027
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΚΕΙΜΕΝΟΥ
- Okakura Kakuzo, Το βιβλίο του τσαγιού, μτφρ. Αλίνα Πασχαλίδου, Ερατώ, 1992.
- Jacques Lacan, Το Σεμινάριο, Βιβλίο IV: Η σχέση αντικειμένου, Αθήνα: Ψυχογιός, 2021.
- Jacques Lacan, Το Σεμινάριο, Βιβλίο XX: Ακόμη (1972–1973), Αθήνα: Ψυχογιός, 2011.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΣΕΜΙΝΑΡΙΟΥ
- Sigmund Freud, Ενορμήσεις και ορμικά πεπρωμένα, Αθήνα: Νίκας, 2017.
- Sigmund Freud, Το Εγώ και το Αυτό, Αθήνα: Πλέθρον, 2008.
- Sigmund Freud, Πέραν της αρχής της ηδονής, Αθήνα: Νίκας, 2011.
- Sigmund Freud, Τρεις μελέτες για τη θεωρία της σεξουαλικότητας, Αθήνα: Νίκας.
- Sigmund Freud, Μελέτες για την υστερία, Αθήνα: Πλέθρον, 2018.
- Jacques Lacan, Το Σεμινάριο, Βιβλίο XI: Οι τέσσερις θεμελιακές έννοιες της ψυχανάλυσης, μτφρ. Ανδρομάχη Σκαρπαλέζου, Αθήνα: Κέδρος, 1982.
- Jacques Lacan, The Seminar, Book V: Formations of the Unconscious (1957–1958), Cambridge: Polity, 2017.
- Jacques Lacan, Το Σεμινάριο, Βιβλίο IV: Η σχέση αντικειμένου (1956–1957), Αθήνα: Ψυχογιός, 2021.
- Jacques Lacan, Το Σεμινάριο, Βιβλίο XX: Ακόμη (Encore), Αθήνα: Ψυχογιός, 2011.
- Jacques Lacan, Το Σεμινάριο, Βιβλίο XI: Οι τέσσερις θεμελιακές έννοιες της ψυχανάλυσης (1964), Αθήνα: Κέδρος, 1982.
- Jacques Lacan, Το Σεμινάριο, Βιβλίο VIII: Η μεταβίβαση, Αθήνα: Εκκρεμές, 2020.
- Jacques Lacan, Το Σεμινάριο, Βιβλίο X: Το άγχος, Αθήνα: Εκκρεμές, 2024.
- Jacques Lacan, Το Σεμινάριο, Βιβλίο III: Οι ψυχώσεις (1955–1956), Αθήνα: Ψυχογιός, 2005.
- Sigmund Freud, «Η παιδική γενετήσια οργάνωση», περιοδικό Fort, τεύχος Α΄, Αθήνα: Ψυχογιός, 2011.
- Domenico Cosenza, A Lacanian Reading of Anorexia, Routledge, 2024.
Graphic designer: Maria Grillaki
Εισηγητής
-
Άννα Χριστοδουλάκη
